Η έκθεση της Κομισιόν σχετικά με τις φθινοπωρινές
οικονομικές προβλέψεις περιείχε και «καλές» και «κακές» ειδήσεις σε ό,τι αφορά
τη χώρα μας. Από τη μία εκφράζεται ικανοποίηση για το γεγονός ότι οι δημοσιονομικές
δεσμεύσεις στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας τηρούνται στο ακέραιο. Από την
άλλη όμως, οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών δεν φαίνεται να συμμερίζονται και
ιδιαίτερα τις αισιόδοξες προβλέψεις της κυβέρνησης σχετικά με την οικονομική
ανάπτυξη.

Όλα πάντως θα κριθούν στο πεδίο της ασκούμενης
οικονομικής πολιτικής, κυρίως σε ό,τι αφορά την έγκαιρη και αποτελεσματική
υλοποίηση κρίσιμων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με
τη σειρά. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε το πρώτο
εξάμηνο του έτους, όμως αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική, παρά τους
αντίθετους ανέμους του ισχνότερου εξωτερικού περιβάλλοντος. Η συνεχιζόμενη
ανάκαμψη πιθανότατα θα στηριχθεί από τα κέρδη στα μερίδια των εξαγωγικών αγορών
και από τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, που στόχο έχουν να τονώσουν τις
επενδύσεις και να μειώσουν τα κόστη εργασίας.

Αναλυτικότερα, η Κομισιόν εκτιμά ότι η οικονομική
ανάπτυξη συνεχίζεται, αλλά με ελαφρώς βραδύτερο ρυθμό. Ο ρυθμός ανάπτυξης του
πραγματικού ΑΕΠ μειώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2019 στο 1,5% (σε ετήσια βάση). Η
άτονη επίδοση σε επίπεδο ανάπτυξης το α΄ τρίμηνο (1,1% σε ετήσια βάση)
οφείλεται σε μια μείωση των καθαρών εξαγωγών καθώς και σε μείωση της κρατικής
κατανάλωσης. Αυτά αντισταθμίστηκαν εν μέρει το β΄ τρίμηνο (1,9%), ωστόσο ο
ρυθμός ανάπτυξης σε σταθερές τιμές παρέμεινε χαμηλότερος από τον μέσο όρο του
2018. Παρά τα υψηλότερα διαθέσιμα εισοδήματα μέσω της βελτίωσης των συνθηκών
στην αγορά εργασίας, η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε κατά -0,1% (σε ετήσια βάση)
το α΄ εξάμηνο του 2019. Η Επιτροπή σημειώνει ότι λόγω των ισχυρών βελτιώσεων
στην επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη κατά τη διάρκεια του
καλοκαιριού, η κατανάλωση αναμένεται αυξημένη το β΄ εξάμηνο του 2019.

Του Σπύρου Σταθάκη

Από κει και πέρα, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες θα
έχουν θετική επίπτωση στην ανάπτυξη, εν μέσω εξωτερικών αντίθετων ανέμων. Η
υποτονική προοπτική για την οικονομία της ευρωζώνης αναμένεται να περιορίσει
την ανάπτυξη των εξαγωγών, αν και αυτή η επίπτωση πιθανότατα θα ανακοπεί κάπως
από τις αυξήσεις των μεριδίων αγορών των ελληνικών εξαγωγών. Επιπλέον, η
μεταβολή στη σύνθεση των φορολογικών εσόδων προς λιγότερο στρεβλωτικούς φόρους,
που συνοδεύονται από μέτρα κοινωνικής πολιτικής, αναμένεται να στηρίξει την
ανάπτυξη των επενδύσεων και της απασχόλησης.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανάπτυξη του ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα
κλείσει φέτος στο 1,8%, θα ενισχυθεί στο 2,3% το 2020, για να υποχωρήσει στο
2,0% το 2021. Σημειώνεται ότι στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού του
2020, η κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2% για το 2019, και 2,8% το
2020. Σύμφωνα με την Κομισιόν, οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη στη χώρα
μας πηγάζουν από μια επιβράδυνση στην εξωτερική ζήτηση, όπως και από μια
επίμονη υποεκτέλεση του προϋπολογισμού σε ό,τι αφορά τις δημόσιες επενδύσεις.
Οι θετικές προοπτικές σχετίζονται με την αξιοσημείωτη βελτίωση στο
επιχειρηματικό και καταναλωτικό αίσθημα, το οποίο μένει ακόμα να μεταφραστεί σε
σημαντικές αυξήσεις των δαπανών. Η βελτιωμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και το
δανεισμό από τις τράπεζες θα δώσει περαιτέρω ώθηση στην ανάπτυξη.

Οι δημοσιονομικές εξελίξεις

Και ενώ στο «μέτωπο» της οικονομικής ανάπτυξης η Κομισιόν
εμφανίζεται κάπως «συγκρατημένη», στο δημοσιονομικό πεδίο επικρατεί πλήρης
ικανοποίηση. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα προβλέπεται να πετύχει ένα πλεόνασμα-ρεκόρ
της τάξης του 1,3% του ΑΕΠ το 2019 στο συνολικό ισοζύγιο προϋπολογισμού,
γεγονός το οποίο θα σηματοδοτήσει την τέταρτη συνεχή χρονιά πλεονάσματος. Αυτή
η πρόβλεψη υποστηρίζεται από ευνοϊκή συλλογή εσόδων, σε συνδυασμό με την ισχυρή
ανάπτυξη στα διαθέσιμα εισοδήματα όπως και τη μείωση στα υψηλότερα όρια
δαπανών, τα οποία βοήθησαν στην εφαρμογή των μόνιμων μέτρων ύψους 0,7% του ΑΕΠ
που υιοθετήθηκαν την άνοιξη του 2019.

Το πρωτογενές πλεόνασμα που παρακολουθείται στο πλαίσιο
της ενισχυμένης εποπτείας προβλέπεται να φτάσει το 3,8% του ΑΕΠ το 2019. Η
πρόβλεψη υποθέτει ότι η δαπάνη που εκκρεμεί για τη ΔΕΗ θα καλυφθεί από το
μαξιλάρι έκτακτης ανάγκης και δε θα χρεωθεί επιπρόθετο πακέτο δημόσιας δαπάνης
πάνω από τα τρέχοντα σχέδια. Σε ό,τι αφορά την πρόβλεψη για το 2020 ενσωματώνει
τις σχεδιαζόμενες περικοπές στους στρεβλωτικούς φόρους και μια περιορισμένη
αύξηση στα κοινωνικά επιδόματα που αφορούν τις οικογένειες. Το πακέτο, ύψους
0,6% του ΑΕΠ, περιλαμβάνει 4% μείωση στο φόρο των εσόδων των επιχειρήσεων, μια
μεταρρύθμιση στη φορολογία των ατομικών εισοδημάτων που εισαγάγει ένα νέο
ποσοστό 9% για τα χαμηλότερα εισοδήματα και μια μείωση στις εισφορές κοινωνικής
ασφάλισης για τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης. Η Επιτροπή επισημαίνει,
ότι το πακέτο συνοδεύεται από μέτρα που διασφαλίζουν τη δημοσιονομική
ουδετερότητα, υποστηρίζουν καλύτερη συλλογή έμμεσων φόρων και αναθεωρήσεις στα
υψηλότερα όρια δαπανών.

Γενικά, η Ελλάδα αναμένεται να επιτύχει τους στόχους
πρωτογενούς πλεονάσματος το 2020 και το 2021. Επιπλέον, η Επιτροπή σημειώνει
πως, η πρόβλεψη για τη δημοσιονομική προοπτική αντανακλά επίσης την πρόσφατη
απόφαση του δικαστηρίου για την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 2016 και τη
δέσμευση των αρχών να αντισταθμίσουν τον πιθανό δημοσιονομικό αντίκτυπο της
νομοθεσίας που ακολούθησε μέσα στα συμφωνημένα όρια δαπανών του υπουργείου
Εργασίας. Ωστόσο, αναφέρει, η πρόβλεψη συνεχίζει να εξαρτάται από μια αβεβαιότητα
εν όψει μιας ακόμα απόφασης δικαστηρίου για τις συντάξεις που είναι ακόμα σε
εξέλιξη, ενώ πρόσθετη πίεση θα μπορούσε να προέλθει από πρωτοβουλίες πολιτικής
του παρελθόντος που επηρεάζουν τους μισθούς του Δημοσίου και τον αυξανόμενο
αριθμό προσωρινού προσωπικού. Τέλος, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αναμένεται να
μειωθεί σημαντικά από 181,2% το 2018 σε 163,1% το 2021.

Ικανοποίηση Κομισιόν

Μπορεί πάντως η Κομισιόν να εμφανίζεται ικανοποιημένη
σχετικά με τις δημοσιονομικές εξελίξεις, η μονάδα ερευνών του Economist (EIU) εκτιμά όμως ότι το περιοριστικό
δημοσιονομικό πλαίσιο είναι ένας από τους παράγοντες που κρατά την αύξηση του
ΑΕΠ σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Ειδικότερα, με τόσο υψηλά πρωτογενή
πλεονάσματα (3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ στη συνέχεια), η ανάπτυξη
του πραγματικού ΑΕΠ δεν θα φτάσει πολύ πάνω από το 2%, εμποδίζοντας την
προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει το χρέος, που σήμερα είναι πάνω από το
180% του ΑΕΠ σε πιο βιώσιμα επίπεδα.

Αυτή δεν είναι βεβαίως η μόνη πρόκληση που αντιμετωπίζει
η χώρα. Σύμφωνα με την EIU τα πολύ χαμηλά επίπεδα επενδύσεων κατά τη διάρκεια
της κρίσης περιορίζουν επίσης τη δυναμική της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα. Υπό τις
συνθήκες αυτές εκτιμάται ότι την περίοδο 2020-2024 κατά μέσο όρο το ελληνικό
ΑΕΠ θα αναπτυχθεί με ρυθμούς 2,2% ετησίως. Η καλύτερη χρονιά προβλέπεται να
είναι το 2021 με ανάπτυξη 2,4%, ενώ στη συνέχεια οι ρυθμοί θα επιστρέψουν κοντά
στο 2%. Επιπλέον, μία περαιτέρω ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού, που θα
οδηγήσει σε ευρείας κλίμακας εμπορικό πόλεμο, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει
αρνητικά την ελληνική οικονομία.

Οι αναπτυξιακές προσδοκίες και οι δημοσιονομικές προκλήσεις

Μπορεί λοιπόν η ελληνική οικονομία να επιδεικνύει προς το
παρόν αντοχές απέναντι στη χειροτέρευση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος,
εντούτοις οι δημοσιονομικές εξελίξεις αναπόφευκτα παίζουν σημαντικό ρόλο στην
όλη αναπτυξιακή προσπάθεια. Σύμφωνα και με το ΙΟΒΕ, από
την κατάρτιση του Προϋπολογισμού του 2019 παρατηρήθηκε μία χαλάρωση της
αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής, με την έννοια ότι καταργήθηκαν ήδη
νομοθετημένες περικοπές δαπανών (αναπροσαρμογή συντάξεων), ενώ προβλεπόταν και
περιορισμένη μείωση φόρων (-10% μεσοσταθμικά στον ΕΝΦΙΑ και μείωση ασφαλιστικών
εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες).

Χαλάρωση στα μέτρα

Η χαλάρωση συνεχίστηκε με τα μέτρα του Μαΐου
του 2019 και επικεντρώθηκε στη χορήγηση έκτακτης συνταξιοδοτικής παροχής, πέραν
του βοηθήματος που είχε δοθεί το Δεκέμβριο, ενώ εφαρμόστηκαν και κάποια μέτρα
μικρής μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης (μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, στα
τρόφιμα και στην ενέργεια). Επίσης εξαγγέλθηκαν μέτρα μείωσης της φορολογίας,
τα οποία όμως θα εφαρμόζονταν από το 2020 (κατάργηση εισφοράς αλληλεγγύης για
εισοδήματα έως €20 χιλ., αύξηση του συντελεστή απόσβεσης επενδύσεων στο 150%,
επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών για νέους εργαζόμενους έως 25 ετών και μείωση
του χαμηλού συντελεστή ΦΠΑ από 13 στο 11%). Παρά τη χαλάρωση, η δημοσιονομική
πολιτική παρέμεινε φοροκεντρική.

Ουσιαστικότερη μεταβολή στην κατεύθυνση της
δημοσιονομικής πολιτικής σημειώθηκε με τη σημαντική μείωση του ΕΝΦΙΑ και τις
εξαγγελίες του Σεπτεμβρίου για περαιτέρω μειώσεις φόρων από το 2020, με
κυριότερη τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων (από τη χρήση του 2019). Οι
μειώσεις των φόρων αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης οικονομικής πολιτικής η οποία
έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την
προσέλκυση επενδύσεων, προκειμένου να επιταχυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης.
Υπενθυμίζεται ότι την τελευταία διετία για την οποία υπάρχουν στοιχεία
(2017-2018) η ελληνική οικονομία υποχώρησε κατά 11 θέσεις στο δείκτη «Ευκολίας
του Επιχειρείν» της Παγκόσμιας Τράπεζας. Επίσης, σύμφωνα με την Έκθεση Ανταγωνιστικότητας
του World Economic Forum για το 2017, η Ελλάδα βρισκόταν στην 137η θέση και
τελευταία θέση από πλευράς επιπτώσεων της φορολογίας στις επενδύσεις.

Ανάγκη μείωσης της υπερβολικής φορολογίας

Η ανάγκη μείωσης της υπερβολικής φορολογίας προκειμένου
να δημιουργηθούν ευνοϊκότερες συνθήκες για ανάπτυξη δεν αμφισβητείται. Ωστόσο,
το ΙΟΒΕ διευκρινίζει τα εξής: Πρώτον, η μείωση της φορολογίας θα πρέπει να
συνοδευτεί με ταυτόχρονη ουσιαστική προσπάθεια εξορθολογισμού και συγκράτησης
των δημοσίων δαπανών σε μόνιμη βάση. Η ελληνική εμπειρία έχει δείξει ότι όσες
φορές επιχειρήθηκε η μείωση των φόρων χωρίς ταυτόχρονη συγκράτηση των δαπανών,
τα ελλείμματα ξέφυγαν και απείλησαν τη σταθερότητα της οικονομίας. Επίσης,
είναι σκόπιμο να γίνει μία αναδιάρθρωση των δαπανών υπέρ εκείνων που θεωρούνται
«φιλικές προς την ανάπτυξη», όπως π.χ. η βελτίωση υποδομών και η ψηφιακή
αναβάθμιση.

Επιπλέον, η μείωση της φορολογίας δεν θα
πρέπει να εκληφθεί ως χαλάρωση ή εγκατάλειψη των προσπαθειών για δημοσιονομική
προσαρμογή, η οποία ούτως ή άλλως δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, ούτε σε ό,τι
αφορά το δημόσιο χρέος, ούτε ως προς τη διάρθρωση εσόδων και δαπανών. Το
τεράστιο χρέος της γενικής κυβέρνησης απαιτεί τη συνεχή ύπαρξη μέτριων
πρωτογενών πλεονασμάτων επί δεκαετίες, προκειμένου να μειωθεί ο λόγος χρέους
προς ΑΕΠ. Η επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης θα βοηθήσει στη μείωση του λόγου
χρέους προς ΑΕΠ, αλλά αυτό δεν επαρκεί για ένα ταχύρρυθμο περιορισμό του. Το
χρέος είναι τόσο υψηλό που είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί η μείωσή του και σε
απόλυτες τιμές, κάθε φορά που θα υπάρχει δημοσιονομικός χώρος. Εξάλλου, σύμφωνα
με όλες τις σχετικές μελέτες, δημόσιο χρέος άνω του 90% του ΑΕΠ επιδρά αρνητικά
στην ανάπτυξη.

Και μην ξεχνάμε και το ζήτημα των δημοσίων
επενδύσεων, που θίγει και η Κομισιόν. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, είναι απαραίτητη μία
μεγαλύτερη στήριξη της ρευστότητας και της επενδυτικής δραστηριότητας σε
σύγκριση με πέρυσι αναμένεται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Οι
πληρωμές του ΠΔΕ από την αρχή του 2019 έως τον Αύγουστο αντιστοιχούν μόλις στο
29,6% του στόχου για το σύνολο του έτους στο φετινό Προϋπολογισμό, ο οποίος
είναι ίδιος με εκείνον για το 2018 (€6,75 δισ.) Όμως, στο Προσχέδιο του
Προϋπολογισμού του 2020, ο στόχος δαπανών για φέτος έχει αναθεωρηθεί προς τα
κάτω, στα €6,15 δισεκ, επίπεδο χαμηλότερο ακόμα και από το πολύ χαμηλό πέρυσι
(€6,24 δισ.) Ενώ λοιπόν οι δημόσιες επενδύσεις είναι έως τον Αύγουστο
περισσότερες φέτος από ότι την περασμένη χρονιά, στο σύνολο του 2019 θα
υστερήσουν σε μικρό βαθμό έναντι του 2018. Ωστόσο, λόγω της περισσότερο
εμπροσθοβαρούς υλοποίησης του ΠΔΕ φέτος, η συμβολή του στις επενδύσεις
θεωρείται ότι θα είναι λίγο μεγαλύτερη. Για το 2020 δεν αναμένονται σημαντικές
διαφορές, καθώς στο προσχέδιο ο στόχος ενισχύσεων έχει τεθεί για άλλο ένα έτος
(πέμπτο κατά σειρά), στα €6,75 δισ.

Εκτός όμως του Προγράμματος Δημοσίων
Επενδύσεων, οι ιδιωτικοποιήσεις και παραχωρήσεις που ολοκληρώθηκαν τα
προηγούμενα χρόνια θα επενεργήσουν περισσότερο τονωτικά στην επενδυτική
δραστηριότητα φέτος, για την ελληνική οικονομία. Για το 2019, η πρόβλεψη στον
προϋπολογισμό για το σύνολο των εσόδων των αποκρατικοποιήσεων, εξαιρουμένου του
τιμήματος για την επέκταση παραχώρησης του ΔΑΑ, η οποία είχε καταχωριστεί στις
ενέργειες οι οποίες ολοκληρώθηκαν πέρυσι, είναι €1,53 δισ. Το γεγονός ότι
παραπάνω από το 97% αυτών των εσόδων έχει προγραμματιστεί να εκταμιευθεί στο
τελευταίο τρίμηνο μάλλον σχετίζεται και με την αδράνεια στη λειτουργία του
κράτους λόγω των εκλογικών αναμετρήσεων.

Δεν υπάρχει πρόοδος

Όμως, καθώς αυτή η περίοδος έχει φτάσει και
δεν έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος σε αρκετές από τις διαδικασίες οι οποίες
προβλεπόταν να αποφέρουν έσοδα στη διάρκειά της (πωλήσεις τμήματος μετοχικού
κεφαλαίου ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, ΕΛ.ΠΕ. και ΔΕΠΑ, παραχώρηση
Εγνατίας Οδού), είναι πλέον πιθανή η μη επίτευξη των αναμενόμενων εσόδων για
φέτος και η σημαντική υστέρηση των εισπράξεων έναντι αυτών. Αναλυτικά, έως τον
Σεπτέμβριο καταβλήθηκε το τίμημα για την επέκταση της σύμβασης παραχώρησης του
ΔΑΑ (€1,4 δισ.), όπως επίσης το τίμημα της πώλησης του 100% της ΕΕΣΣΤΥ (€22
εκατ.). Επιπλέον, αναδείχθηκε προτιμητέος επενδυτής για την 40ετή παραχώρηση
της μαρίνας Αλίμου και παραχωρήθηκε για 40 έτη η μαρίνα Χίου. Τον Ιούνιο
δημοσιεύτηκε η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το 30% του μετοχικού
κεφαλαίου της «Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών ΑΕ». Από την άλλη πλευρά, δεν
κατατέθηκαν δεσμευτικές προσφορές στη β’ φάση του διαγωνισμού για την απόκτηση
του 50,1% του μετοχικού κεφαλαίου των ΕΛΠΕ, παραμένουν προσκόμματα στην
παραχώρηση της Εγνατίας Οδού για 35 χρόνια και δεν έχει σημειωθεί κάποια
εξέλιξη ως προς τις πωλήσεις του 11% και του 24% του μετοχικού κεφαλαίου της
ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ αντίστοιχα. Σε ότι αφορά τη δραστηριότητα του ΤΑΙΠΕΔ το
επόμενο έτος, δεν περιλαμβάνεται σχετικός προγραμματισμός στο Προσχέδιο του
Προϋπολογισμού του 2020, ο οποίος αναμένεται να περιληφθεί στον Κρατικό
Προϋπολογισμό τον Νοέμβριο.

Οι «χρησμοί» της Κομισιόν, οι προοπτικές και οι κίνδυνοι

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *