Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο
σημείο. Αναμφισβήτητα έχει γίνει σημαντική πρόοδος σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση
των παθογενειών που άφησε πίσω της η οικονομική κρίση. Ωστόσο, πρέπει να γίνουν
πολλά ακόμη, ώστε να ολοκληρωθεί η ανάκαμψη των τραπεζών, ώστε να υποστηρίξουν
ενεργά με τη σειρά τους τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και της οικονομικής
ανάπτυξης.

Του Σπύρου Σταθάκη

Είναι ενδεικτικά, άλλωστε, τα όσα αναφέρει στην έκθεση
για την 4η μεταμνημονιακή αξιολόγηση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αναλυτικότερα, τα
υψηλά, ακόμη, επίπεδα των «κόκκινων» δανείων, σε συνδυασμό με την προ
προβλέψεων παραγωγή κερδών δημιουργούν προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες,
ειδικά λόγω της ανάγκης ταχείας μείωσης των κόκκινων δανείων και της
συμμόρφωσης με το επικείμενο νέο αυστηρότερο υπολογισμός σχηματισμού προβλέψεων
για τις χορηγήσεις των τραπεζών. Επιπλέον, η ποιότητα των κεφαλαίων των
τραπεζών παραμένει προβληματική, καθώς τα υψηλά επίπεδα αναβαλλόμενων
φορολογικών απαιτήσεων στα βασικά εποπτικά κεφάλαια (Common Equity Tier 1, CET1) των
τραπεζών συμβάλουν στην ισχυρή διασύνδεση κράτους και τραπεζών.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης της
Κομισιόν, η συμμετοχή του αναβαλλόμενου φόρου στα κεφάλαια των τραπεζών έχει
υποχωρήσει οριακά κατά το α΄ εξάμηνο 2019. Εντούτοις εξακολουθεί και υπερβαίνει
το 57% των κεφαλαίων CET 1,
κατά μέσο όρο για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Οι αναβαλλόμενες
φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) των
τραπεζών ανέρχονταν στο ποσό των 15,5 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2019. Σε ό,τι
αφορά την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών, η Κομισιόν σημειώνει ότι, αν και
έχει ελαφρώς βελτιωθεί, περιορίζεται από την φτωχή ποιότητα ενεργητικού και τον
χαμηλό βαθμό διαφοροποίησης των τραπεζικών προϊόντων και των πηγών εσόδων,
σημειώνει η Κομισιόν.

Επίσης, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αναλογούν στο
14,6% των λειτουργικών εσόδων των τραπεζών, έναντι μέσου ευρωπαϊκού όρου στο
30% στα τέλη Ιουνίου 2019, με αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες να είναι
ιδιαιτέρως εκτεθειμένες σε περίπτωση συρρίκνωσης του επιτοκιακού τους
περιθωρίου στο τρέχον περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων. Η Επιτροπή επισημαίνει,
πάντως, ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν περιορίσει το λειτουργικό τους κόστος,
επιτυγχάνοντας μέσο δείκτη κόστους προς έσοδα σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο
ευρωπαϊκό όρο (50,4% έναντι 66,2% αντιστοίχως, τον Ιούνιο 2019).Τέλος, σύμφωνα
πάντα με την Κομισιόν, η ρευστότητα των τραπεζών έχει βελτιωθεί, ωστόσο
συνολικά η πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών σε μακροπρόθεσμη άνευ εξασφαλίσεων
χρηματοδότηση, αποκαθίσταται με αργό ρυθμό και παραμένει σε σχετικά υψηλό
κόστος.

Ποιο «απαισιόδοξο» (όπως άλλωστε μας έχει συνηθίσει) για
την κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος εμφανίζεται το ΔΝΤ. Στη δική
του έκθεση για την ελληνική οικονομία, το Ταμείο σημειώνει ότι παρά τις
πολλαπλές αξιολογήσεις και τις ουσιαστικές «ενέσεις» κεφαλαίων από το κράτος
και ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια κατά την τελευταία δεκαετία, το τραπεζικό
σύστημα παραμένει αδύναμο ως μηχανή χρηματοδότησης της Οικονομίας και αποτελεί
πηγή κινδύνων για τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, λέει το
ΔΝΤ. Η ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών παραμένει αδύναμη, με τις αναβαλλόμενες
φορολογικές απαιτήσεις να μην προσφέρουν τη δυνατότητα απορρόφησης ζημιών.

Συν τοις άλλοις, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων
δανείων παραμένει το υψηλότερο στην Ευρώπη, τη στιγμή που η κερδοφορία των
ελληνικών τραπεζών είναι η χαμηλότερη. Ένας συνδυασμός που, κατά το ΔΝΤ,
περιορίζει την παραγωγή εσωτερικού κεφαλαίου και την ικανότητα των ελληνικών
τραπεζών να προσελκύσουν ιδιώτες επενδυτές. Η πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών
σε δανεισμό χωρίς εξασφαλίσεις παραμένει περιορισμένη και ακριβή και, παρά την
πρόσφατη βελτίωση, κάποιες συστημικές τράπεζες δεν ανταποκρίνονται στους
κανονισμούς για τους δείκτες κάλυψης ρευστότητας.

Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος σήμερα

Πέρα από τις παρατηρήσεις, τόσο της Κομισιόν, όσο και του
ΔΝΤ, τα δεδομένα από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) μας δίνουν μία πιο
ολοκληρωμένη εικόνα για τις τράπεζες. Καταρχήν, ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Η
ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος λοιπόν έχει βελτιωθεί σημαντικά, όπως
φαίνεται από την απεξάρτηση των τραπεζών από το μηχανισμό χορήγησης έκτακτης ενίσχυσης
σε ρευστότητα – ELA, και
γενικότερα τη σημαντικά μειωμένη προσφυγή τους σε χρηματοδότηση από την
κεντρική τράπεζα, η οποία στο τέλος Σεπτεμβρίου ανερχόταν σε 7,5 δισ. ευρώ).
Σύμφωνα με την ΤτΕ, η μείωση της χρηματοδότησης από την κεντρική τράπεζα είναι
αποτέλεσμα μιας σειράς θετικών εξελίξεων, όπως:

Οι καταθέσεις του εγχώριου ιδιωτικού τομέα βρίσκονται σε
ανοδική τροχιά, καταγράφοντας σωρευτική άνοδο περίπου 26 δισ. ευρώ σε σχέση με
το χαμηλό του Ιουλίου του 2015 και φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το
Μάρτιο του 2015 και εξής. Είναι ενδεικτικό εξάλλου το γεγονός ότι, οι
καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα τον Οκτώβριο αυξήθηκαν κατά 643 εκατ. ευρώ, σε
σχέση με τον Σεπτέμβριο. Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες έχουν αυξήσει τη
χρηματοδότησή τους από την αγορά έναντι εξασφαλίσεων υπό βελτιωμένους όρους και
με διευρυμένο σύνολο διεθνών αντισυμβαλλομένων και υποκείμενων τίτλων, ενώ
επέστρεψαν στις αγορές κεφαλαίων με την επιτυχημένη έκδοση, αρχικά, καλυμμένων
ομολογιών από τα τέλη του 2017 και εξής.

Το 2019 μάλιστα έγιναν περαιτέρω θετικά βήματα, μεταξύ
άλλων με την έκδοση ομολογιών μειωμένης εξασφάλισης που προσμετρούνται στα ίδια
κεφάλαια κατηγορίας ΙΙ (Tier II), με σκοπό τη
βελτίωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Από την άλλη, οι αποτιμήσεις των
τίτλων που διακρατούν στα χαρτοφυλάκιά τους οι τράπεζες παρουσίασαν αξιόλογη
αύξηση. Πάνω απ’ όλα, τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου έχουν εξαιρετικές
επιδόσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του 2019 και η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έχει
υποχωρήσει σε ιστορικά ελάχιστα επίπεδα, κάτω του 1,5% , ενώ και το spread του έναντι
των γερμανικών ομολόγων βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009, κοντά
στις 200 μονάδες βάσης.

θετικά στο τραπεζικό σύστημα επιδρούν η ανάκαμψη της
ελληνικής οικονομίας, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, η συνεχιζόμενη
αύξηση των καταθέσεων, η βελτίωση των όρων άντλησης κεφαλαίων από εναλλακτικές
πηγές, η σταδιακή αύξηση των πωλήσεων χαρτοφυλακίων «κόκκινων» δανείων, αλλά
και κανονιστικές αλλαγές σε σχέση με τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Σύμφωνα με την
ΤτΕ, η συνεχής βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας ήταν ένας από τους παράγοντες
που συνέβαλαν στην πρόσφατη άρση και των τελευταίων περιορισμών στην κίνηση
κεφαλαίων.

Αυτή η θετική εξέλιξη, σε συνδυασμό και με τη μείωση των
«κόκκινων» δανείων, αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω αναβαθμίσεις της
πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, παράλληλα με τις αναμενόμενες
αναβαθμίσεις της αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου. Αυτό θα ενισχύσει τις
προσπάθειές τους για να επιτύχουν περαιτέρω βελτίωση της ρευστότητάς τους και,
καθώς θα μειώνεται το κόστος χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου, να εκδώσουν
και ομόλογα χωρίς εξασφάλιση. Με αυτά τα δεδομένα, μπορεί κανείς να αναμένει με
βεβαιότητα ότι η ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα ενισχυθεί περαιτέρω
τους επόμενους μήνες.

Ο «βραχνάς» των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Εξακολουθεί όμως το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να
αντιμετωπίζει το σοβαρό πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που παραμένουν
σε υψηλό επίπεδο (περίπου 75 δισ. ευρώ ή το 43,6% του συνόλου των δανείων), ενώ
συνεχίζονται οι προσπάθειες μείωσής τους. Το υπόλοιπο των «κόκκινων» δανείων συνιστά
το πιο σημαντικό πρόβλημα για τις τράπεζες καθώς περιορίζει την κερδοφορία
τους, αλλά κυρίως την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν τις επενδύσεις και να
στηρίζουν την πραγματική οικονομία. Το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων μάλιστα
είναι οξύτερο όσον αφορά στα δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες, μικρές
επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, οι ελληνικές τράπεζες
σημείωσαν πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), τα οποία
διαμορφώθηκαν στο τέλος Ιουνίου 2019 σε 75,4 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου
6,4 δις συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2018 και κατά περίπου 31,8 δις
ευρώ έναντι του Μαρτίου 2016 (ως επί το πλείστον μέσω διαγραφών και πωλήσεων
δανείων), οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο ΜΕΔ. Τον Ιούνιο του
2019 ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο
(43,6%). Ως προς τους επιμέρους δείκτες, το ποσοστό των ΜΕΔ διαμορφώθηκε σε
52,0% για τα καταναλωτικά, σε 43,1% για τα στεγαστικά δάνεια και σε 42,6% για
τα επιχειρηματικά.

Οι τέσσερεις συστημικές τράπεζες έχουν συμφωνήσει με την
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) φιλόδοξους
στόχους για τη μείωση των ΜΕΔ. Βάσει αυτών των στόχων, ο λόγος των ΜΕΔ προς το
σύνολο των δανείων πρέπει να μειωθεί στο 35% μέχρι το τέλος του 2019 και κοντά
στο 20% μέχρι το τέλος του 2021. Ωστόσο, ακόμη και αν επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι,
το ποσοστό των ΜΕΔ των ελληνικών τραπεζών θα είναι πολλαπλάσιο του μέσου όρου
της Ε.Ε., ο οποίος στο τέλος του 2018 διαμορφώθηκε σε 3,2%. Όπως σημειώνεται
και στην έκθεση της Κομισιόν, τα ΜΕΔ στην Ελλάδα παραμένουν δώδεκα φορές
υψηλότερα από το μέσο όρο της Ευρώπης, ενώ στα τέλη του 2021 θα παραμένουν
ακόμη περισσότερο από πέντε φορές υψηλότερος από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Το σχέδιο «Ηρακλής» και η αντιμετώπιση των «κόκκινων»
δανείων

Μέχρι στιγμής, στη μείωση των ΜΕΔ έχουν συμβάλει κυρίως
οι πωλήσεις –ιδίως με τη μορφή τιτλοποιήσεων– και διαγραφές δανείων, ωστόσο οι
τράπεζες δεν θα πρέπει να χαλαρώσουν τις προσπάθειες για την επιτυχή
αναδιάρθρωση των δανείων που παραμένουν στα χαρτοφυλάκιά τους. Στο μέτωπο αυτό
λοιπόν, η πρόοδος είναι μάλλον αργή και η ΤτΕ, σε συνεργασία με τον SSM, ήδη εντείνει
τις πιέσεις ώστε οι τράπεζες να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην επιτυχή
αναδιάρθρωση δανείων. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικό ρόλο αναμένεται να παίξει και
το κυβερνητικό σχέδιο «Ηρακλής».

Σημαντική μείωση

Σύμφωνα με και με τις επισημάνσεις του Γραφείου
Προϋπολογισμού της Βουλής, το σχέδιο «Ηρακλής» αποσκοπεί στη σημαντική μείωση
των μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών μέσω της διευκόλυνσης της
τιτλοποίησής τους και σε συστημική λύση ενός προβλήματος των τραπεζών που
προκαλούσε, μεταξύ άλλων, πρόβλημα ρευστότητας και χρηματοδότησης της ελληνικής
οικονομίας. Στόχος του Σχεδίου είναι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων
κατά τα επόμενα χρόνια έως και 30 δις ευρώ από το σύνολο των 75,4 δισ. ευρώ
σήμερα. Η υλοποίηση του σχεδίου θα υποβοηθήσει την περαιτέρω αναβάθμιση του
αξιόχρεου της χώρας και την επιστροφή της σε επενδυτική βαθμίδα. Επίσης, η
υλοποίηση του σχεδίου είναι ευθυγραμμισμένη με τη συζήτηση στην Ευρώπη για την
κοινή εγγύηση των καταθέσεων και την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Το
σχέδιο, στο οποίο μπορούν να συμμετέχουν όλες οι τράπεζες, περιλαμβάνει τους
εξής πυλώνες: την τιτλοποίηση μη εξυπηρετούμενων δανείων, τους φορείς
τιτλοποίησης, το κράτος με την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, και την
προμήθεια που το κράτος θα εισπράττει έναντι της παρεχόμενης εγγύησης.
Ειδικότερα, μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα μεταφέρονται σε φορείς τιτλοποίησης, θα
τιτλοποιούνται, και συνεπώς, υπό προϋποθέσεις, είτε θα αφαιρούνται από τον
ισολογισμό των τραπεζών (accounting de-recognition) ή θα έχουν
πιο ευνοϊκή εποπτική αξιολόγηση, με θετικές επιπτώσεις στους εποπτικούς
δείκτες.

Τα τιτλοποιημένα δάνεια θα αγοράζονται από εταιρείες
διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Companies, AMCs) κατά τα
οριζόμενα στις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο σχέδιο, οι ανωτέρω εταιρείες
αποτελούν τους φορείς τιτλοποίησης, και χαρακτηρίζονται σαν Εταιρείες Ειδικού
Σκοπού (Special Purpose Vehicles, SPVs), σύμφωνα με
το Ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Οι φορείς τιτλοποίησης θα εκδίδουν και
πουλάνε τίτλους στην αγορά (σε επενδυτές). Οι τίτλοι μπορεί να είναι 2
διαβαθμίσεων, «υψηλής» εξασφάλισης (senior) και
«χαμηλής» εξασφάλισης (junior) ή 3
διαβαθμίσεων, «υψηλής» εξασφάλισης (senior),
«μεσαίας» εξασφάλισης (mezzanine) και
«χαμηλής» εξασφάλισης (junior). Το
κράτος θα παρέχει την εγγύηση του Δημοσίου μόνο για το τμήμα εκείνο των τίτλων
που θεωρούνται σχετικά μεγαλύτερης εξασφάλισης (δηλαδή χαμηλότερου κινδύνου, «senior notes»). Για να
εξασφαλιστεί αυτό, ένας ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής
ικανότητας (External Credit Assessment Institution, ECAI),
εγκεκριμένος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα προσδιορίζει τη διαβάθμιση
του τμήματος υψηλής εξασφάλισης. Η διαβάθμιση των senior τίτλων
περιλαμβάνει αξιολογήσεις BB-, Ba3, BBL ή υψηλότερες.

Για αυτόν του τον ρόλο, το κράτος θα εισπράττει
προμήθεια. Η αποτίμηση της προμήθειας θα είναι σε αγοραίες αξίες ανάλογα με το
ύψος του κινδύνου που αναλαμβάνεται και τη διάρκεια ωρίμανσης του τίτλου. Το
ότι η αποτίμηση της προμήθειας που θα εισπράττει το κράτος είναι σε αγοραίες
τιμές αποτελεί σημαντική παράμετρο του σχεδίου. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή, εάν ένα κράτος μέλος παρεμβαίνει ως ιδιώτης επενδυτής και αμείβεται για
τον κίνδυνο με όρους αγοράς όπως ένας ιδιώτης επενδυτής, τότε η παρέμβαση αυτή
δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Αυτό το σημείο είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στην
πρόσφατη έγκριση του σχεδίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι εγγυήσεις του Δημοσίου

Τέλος, για να ενεργοποιούνται οι εγγυήσεις του Δημοσίου
στα δάνεια υψηλής εξασφάλισης, θα πρέπει να έχει πωληθεί σε ιδιώτες επενδυτές
το 50%+1 των τίτλων των δανείων χαμηλότερης εξασφάλισης. Αυτό το χαρακτηριστικό
του σχεδίου διασφαλίζει ότι πριν το κράτος αναλάβει οποιοδήποτε κίνδυνο, οι
ιδιώτες επενδυτές έχουν ελέγξει και επιβεβαιώσει τη σχέση απόδοσης – κινδύνου
των λοιπών τμημάτων των τιτλοποιημένων δανείων, και έχουν επενδύσει σε αυτά.
Έτσι, η αντίδραση της αγοράς, σε πρώτο χρόνο, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα
επιπρόσθετο δίκτυ ασφαλείας για το ρόλο του κράτους σε μεταγενέστερο χρόνο.
Επιπρόσθετα, κρατικοί φορείς ή/και δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούν να
συμμετέχουν ως αγοραστές τίτλων διαβάθμισης χαμηλότερης της senior.

Επιχείρηση «ανάστασης» του τραπεζικού συστήματος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *